5 min read

Τα Τέμπη, η δημοσιογραφία, και ο Πορτοσάλτε

Τα Τέμπη, η δημοσιογραφία, και ο Πορτοσάλτε

Το σημερινό newsletter μοιάζει σαν να κλέβω εκκλησία: δεν γνωρίζω προσωπικά και τους 381 ανθρώπους που θα το λάβετε στο email σας, αλλά για να βρίσκεστε εδώ, υποψιάζομαι τη γνώμη σας για τον Άρη Πορτοσάλτε.

Σχεδόν μπορώ να ακούσω και το σχόλιο για τον τίτλο: τι δουλειά έχουν η δημοσιογραφία και ο Πορτοσάλτε στην ίδια πρόταση;

Έφτιαξα όμως αυτήν εδώ τη γωνίτσα (και ευχαριστώ που την επισκέπτεστε, μήπως να φέρετε και κανά φίλο/η να γίνουμε 400;), βάσει μιας παραδοχής: οι δημοσιογράφοι, κάπου, αποτύχαμε.

Δεν είναι μόνο που, στις ετήσιες εκθέσεις του Reuters Institute, στην Ελλάδα καταγράφεται σταθερά ένα από τα μικρότερα ποσοστά εμπιστοσύνης των πολιτών στη δημοσιογραφία.

Είναι, μεταξύ άλλων, και που οι Έλληνες απαντούν πως δεν εμπιστεύονται ούτε καν τα Μέσα Ενημέρωσης που οι ίδιοι επιλέγουν για την ενημέρωσή τους. Δεν μιλάμε δηλαδή για τα άλλα, για τους απέναντι, για τους έλα μωρέ τώρα. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται ούτε τα Μέσα που συνειδητά διαβάζουν, ακούν, και βλέπουν.

Σκοπός αυτής της γωνίτσας, στο βαθμό που επιτρέπουν οι δυνάμεις της, είναι να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα. Προφανώς δεν επαρκεί — οι περισσότεροι θα γεράσουν γύρω από μια τηλεόραση, που θα δείχνει Άδωνι Γεωργιάδη, δίχως να μάθουν καν ότι η γωνίτσα υπήρξε.

Αλλά θεωρώ χρήσιμο να μοιράζομαι ορισμένα πράγματα, που ίσως επιτρέπουν μια καλύτερη κατανόηση του κλάδου μας. Εν προκειμένω, στεκόμαστε στον Πορτοσάλτε γιατί είναι ένας δημοσιογράφος με σταθερή τηλεοπτική παρουσία, και επί σειρά ετών μεταξύ των πλέον επιτυχημένων (με όρους ακροαματικότητας) ραδιοφωνικών παραγωγών.

Η συνέντευξη για τα Τέμπη

Είναι 24 Μαρτίου 2026. Στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, και την εκπομπή της Μαρίας Αναστασοπούλου και του Άρη Πορτοσάλτε, καλύπτεται η έναρξη της δίκης των Τεμπών, στη Λάρισα.

Το πλάνο δείχνει ακόμα τον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ, Πάνο Γαρουφαλιά, στο πεδίο, και τον δικηγόρο Γιάννη Μαρακάκη, εκ των συνηγόρων κατηγορίας στην υπόθεση.

  • Ο δημοσιογράφος προσπαθεί να διαφωτίσει για τα ζητήματα σχετικά με την έναρξη της δίκης.
  • Ο συνήγορος προσπαθεί να εξηγήσει πώς είχαν τα πράγματα στην αίθουσα. 
  • Η Μαρία Αναστασοπούλου προσπαθεί να συντονίσει.

Αλλά δεν τους επιτρέπεται.

Σε οποιαδήποτε πληροφορία παρουσιάζεται (από ανθρώπους που βρίσκονται εκεί, θυμίζω), ο Άρης Πορτοσάλτε διακόπτει, για να παρουσιάσει τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, επ’ αυτής.

Λέει ο δημοσιογράφος ότι τα κοντέινερ των δημοσιογράφων μπήκαν σε λάθος σημείο; Ο κύριος Φλωρίδης λέει... Λένε δημοσιογράφος και δικηγόρος ότι η αίθουσα δεν χωράει τους παράγοντες της δίκης; Ναι, αλλά σύμφωνα με τον υπουργό...

Δεν έχουν προβλεφθεί οι απαραίτητες θέσεις; Είπε ο υπουργός ότι έχουν προβλεφθεί… 

Προσπαθεί ο δικηγόρος, που έχει εικόνα και από τις δύο, να πει ότι η συγκεκριμένη αίθουσα δεν μοιάζει με την Αίθουσα Τελετών του Εφετείου Αθηνών (τη μεγαλύτερη στην Ελλάδα); Ο υπουργός είπε ότι προσομοιάζει… 

Ώσπου, σε κάποια άλλη αναφορά, ο Άρης Πορτοσάλτε λέει το πρωτοφανές: Να απαντήσω όμως.

Ο έλεγχος της εξουσίας

Δεν χρειάζεται παρά στοιχειώδης λογική, για να αντιληφθεί κανείς πως ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν είναι να απαντά στις πληροφορίες ενός συναδέλφου — τουλάχιστον όχι όταν ο συνάδελφος παρουσιάζει πρωτογενές ρεπορτάζ, και ο ίδιος απλώς μεταφέρει μέσα από ένα στούντιο όσα ένας φορέας εξουσίας υποστήριξε.

Αυτό είναι ένα ρήμα για το οποίο δόθηκαν πολλές ευκαιρίες να χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν ακούστηκε ούτε μια φορά από τον Άρη Πορτοσάλτε: υποστηρίζει. Ο υπουργός υποστηρίζει. Ο υπουργός υποστήριξε.

Στη δημοσιογραφική πρακτική, οι εκάστοτε φορείς εξουσίας —π.χ. ένας υπουργός, μια μεγάλη επιχείρηση, το Λιμενικό που όπως πρόσφατα είδαμε συνηθίζει να λέει ψέματα— υποστηρίζουν ή αποδεικνύουν με τη σχετική τεκμηρίωση.

Όταν το Λιμενικό λέει ψέματα
Τον Μάρτιο του 2020, ένα σκάφος της δανικής ακτοφυλακής βρισκόταν στο Αιγαίο, συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής (Frontex), όταν το πλήρωμά του έλαβε μια εντολή που τους ξάφνιασε. Η εντολή είχε δοθεί από το αρχηγείο του ελληνικού Λιμενικού Σώματος, στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά. Οι Δανοί είχαν μόλις διασώσει

Όταν κάνουμε ένα ρεπορτάζ, για παράδειγμα, και έχουμε εντοπίσει κάτι μεμπτό, καλούμε τον εμπλεκόμενο να μας δείξει τα τεκμήρια που το διαψεύδουν. Εάν δεν το κάνει, δεν μπορούμε να βασιστούμε στους ισχυρισμούς του – γράφουμε ότι υποστηρίζει.

Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο που αναγκάστηκε να κάνει σε κάποιο σημείο η Μαρία Αναστασοπούλου: Μπορούμε να αντιτείνουμε σε αυτά που λέει ο υπουργός;

Προβεβλημένοι ναι, άριστοι όχι

Πολλές διαπιστώσεις μπορούν να γίνουν. Θα έδειχνε την ίδια σπουδή ο Άρης Πορτοσάλτε, να απαντήσει σε ένα ρεπορτάζ με τους ισχυρισμούς ενός υπουργού, εάν ξυπνούσαμε αύριο σε μια χώρα με άλλη κυβέρνηση;

Το ερώτημα είναι ρητορικό.

Αυτή τη στιγμή, στο επάγγελμα μπαίνει μια νέα γενιά δημοσιογράφων. Οι περισσότεροι νέοι και νέες, που βλέπετε στην τηλεόραση, ξεζουμίζονται: υπερωρίες και Σαββατοκύριακα και ανύπαρκτες αργίες, πιθανότατα για τον βασικό ή κάτι ελαφρώς καλύτερο.

Πολλοί εξ αυτών έχουν πληρώσει και ιδιωτικές σχολές δημοσιογραφίας. Αλλά η νέα γενιά βλέπει να προοδεύουν, από τη μια μεγάφωνα του εκάστοτε Κόμματος, από την άλλη καταφανώς ανεπαρκείς δημοσιογράφοι.

Δύο παραδείγματα:

  1. Στις πρωινές εκπομπές, ορισμένοι καλά αμειβόμενοι δημοσιογράφοι συχνά συζητούν ένα θέμα με κάποιον φορέα εξουσίας (π.χ. μια υπουργό), και δέχονται ψευδείς ισχυρισμούς απαντώντας: α εγώ δεν ξέρω, εσάς ρωτάω.

Κυριολεκτικά, ποια άλλη είναι η δουλειά τους, πέραν του να έχουν γνώση των θεμάτων για τα οποία ενημερώνουν το κοινό;

  1. Διοργανώθηκε πρόσφατα το περίφημο κυβερνητικό συνέδριο καταπολέμησης των fake news. Συμμετείχαν δημοσιογράφοι που, στις πραγματικές σχολές δημοσιογραφίας, υποδεικνύονται ως παραδείγματα προς αποφυγή. Μεταξύ των οποίων:
  • Ένας, πρόσφατα, δημοσίευσε πρωτοσέλιδο παρουσιάζοντας επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Νταβός, που όμως δεν έγινε ποτέ,
  • Ένας δεύτερος, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν, παρουσίαζε ως πλάνα από τον πόλεμο... πλάνα από το Πακιστάν,
  • Ένας τρίτος καταδικάστηκε για ψέματα που έγραψε για πρώην πρωθυπουργό.

Αξίζει να αναρωτηθούμε: εάν επαγγελματίες άλλου κλάδου έκαναν αντίστοιχης σημασίας λάθη, θα είχαν αυτή την εξέλιξη; Κι εφόσον οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι δεν ξεχωρίζουν με ποιοτικά κριτήρια, πώς προοδεύουν σε αυτόν τον χώρο;