Τα «ντάλικα»: Χωρατά στα βουνά των Αγράφων
Σε ένα χωριό των Αγράφων, γύρω στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, έφτασε μια μέρα η είδηση πως θα έρθει κάποιος σημαντικός πολιτικός.
Ο πολιτικός έφτασε με όχημα μέχρι ένα γειτονικό χωριό — το οδικό δίκτυο δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Πήγαν και τον πήραν με άλογο. Και, το βράδυ, τον έφεραν στο καφενείο.
Το καφενείο του χωριού είχε δύο πόρτες, μια μπροστά και μια πίσω. Ηλεκτρικό φως δεν υπήρχε. Όσο εκείνος βρισκόταν μες το καφενείο, λοιπόν, έμπαινε κάποιος χωριανός από την είσοδο. Χαιρετούσε τον πολιτικό και έβγαινε από την άλλη πόρτα. Λίγο μετά έμπαινε άλλος. Και άλλος. Και η ροή των ανθρώπων έμοιαζε να μην τελειώνει.
Στην πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που έβγαιναν, άλλαζαν πανωφόρια για να μην τους αναγνωρίσει, έμπαιναν ξανά από την μπροστινή πόρτα, και χαιρετούσαν.
Φεύγοντας, ο πολιτικός εντυπωσιάστηκε: Πολύ κόσμο έχει εδώ πέρα, πάρα πολύ κόσμο! Αλλά όταν ήρθε η ώρα των εκλογών, οι ψήφοι που πήρε δεν ανταποκρίνονταν σε ό,τι είχε δει. Και αναρωτήθηκε: Καλά, οι άλλοι πού πήγαν;
Τα ντάλικα των Τοπόλιανων
Το περιστατικό καταγράφεται στα Τοπόλιανα, ένα ημιορεινό χωριό στην καρδιά των ευρυτανικών Αγράφων, σε υψόμετρο περίπου 460 μέτρων.
Τα Τοπόλιανα έχουν όμορφες αυλές, με περιποιημένες γλάστρες, και οι περίπου 110 μόνιμοι κάτοικοι (σύμφωνα με την τελευταία απογραφή) ζουν κυρίως από την κτηνοτροφία.
Πιθανόν το περιστατικό να θυμίζει κάποια απόπειρα για εξαπάτηση, ιδίως ιδωμένο μέσα από το πρίσμα των τελευταίων μηνών (βλέπε σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ). Αλλά η στάση των ντόπιων θα πρέπει να «διαβαστεί» μέσα από δύο πρίσματα:
- Πρώτον, ο Χρυσόστομος Καραπιπέρης, ο πολιτικός που έφτασε στο χωριό, ήταν πράγματι σημαντικός: πρώην περιφερειάρχης και δέκα φορές εκλεγμένος βουλευτής — δέκα! Δεν είναι παράλογο που μια κοινότητα, αποκομμένη από το κεντρικό κράτος, κινητοποιήθηκε προκειμένου το χωριό να δείχνει ζωντανό και να μην ξεχαστεί τελείως.
- Δεύτερον, τέτοιου είδους πρακτικές αποτελούν ταυτοτικό χαρακτηριστικό στο συγκεκριμένο χωριό των Αγράφων. Μέχρι και σήμερα, τα Τοπόλιανα φημίζονται σε όλη την γειτονική περιοχή ακριβώς λόγω αυτών των αστείων.

Η κοινότητα μαζί στο αστείο
Οι ντόπιοι τα λένε ντάλικα, πιθανότατα από κάποιον Ντάλη που ζούσε παλαιότερα στο χωριό. Είναι τα αστεία και οι πλάκες, οι φάρσες και τα πειράγματα, που κάνουν οι άνθρωποι στα Τοπόλιανα.
Πότε ξεκίνησαν τα ντάλικα; Και γιατί συγκεκριμένα εδώ;
Τον Μάρτιο του 2025, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού του ΕΜΠ για την μελέτη των ορεινών περιοχών, βρέθηκα με συμφοιτητές στα Τοπόλιανα, τη γειτονική Βαλαώρα, και την ευρύτερη περιοχή του δήμου Αγράφων.
Κέντρο κάθε χωριού είναι το καφενείο, και οι άνθρωποι στα Τοπόλιανα μας υποδέχθηκαν δύο μέρες στο καφενείο του Φώτη. Εκεί, μέσα από διαδοχικά κεράσματα τσίπουρο, μεζέδες, και άφθονο παγωμένο νερό, μοιράστηκαν μαζί μας όσα θυμούνταν. Σημείωσα τα ακόλουθα:
- Πότε: Κάποιοι εντάσσουν την αρχή του φαινομένου στον 20 αιώνα, πριν την Κατοχή. Άλλοι το τοποθετούν χρονικά αιώνες νωρίτερα, στην Τουρκοκρατία.
- Γιατί εδώ: Οι ντόπιοι υπογραμμίζουν την «διαφορετική μαγιά», το αίσθημα της κοινότητας που παραδοσιακά υπήρχε στο χωριό. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με τα άλλα χωριά της περιοχής, στο καφενείο οι άνδρες δεν κάθονταν σε παρέες, χωριστά, αλλά όλοι μαζί.
- Ο μόχθος: Η ζωή ήταν δύσκολη και φτωχική. Τα ντάλικα βοηθούσαν να αντιμετωπιστεί πιο ευχάριστα η καθημερινότητα.
- Χωρίς συνεννόηση: Άπαξ και κάποιος άρχιζε την πλάκα, άλλοι χωριανοί ήταν έτοιμοι να σιγοντάρουν. Μετριασμένα, ώστε να υποστηριχθεί η αληθοφάνειά της. Και δίχως να το έχουν συμφωνήσει – ένα βλέμμα αρκούσε.
- Από «μέσα» προς τα «έξω»: Οι πλάκες δεν στρέφονταν κατά μελών της ίδιας της κοινότητας, αλλά κατά των επισκεπτών και των ταξιδιωτών που περνούσαν από τα Τοπόλιανα.
- Κατά της εξουσίας: Ακόμα περισσότερο, στο στόχαστρο έμπαιναν φορείς εξουσίας —κρατικοί εισπράκτορες, παπάδες— όπως στις ιστορίες που ακολουθούν.

Χελώνες στο λαιμό
Μια από τις γνωστότερες ιστορίες που σώζεται σήμερα στα Τοπόλιανα αφορά και πάλι την αμφισβήτηση της κεντρικής εξουσίας.
Αυτά είναι πολύ παλιά, πριν το ‘50. Ήρθε ο εισπράχτορας και δεν βρήκε κανέναν εδώ. Κανέναν στο χωριό. Πήρε την αστυνομία για να’ ρθει. Όταν ήρθε ο αστυνόμος, άδειοι οι δρόμοι από κόσμο (είχε πολύ κόσμο το χωριό τότε), και οι καμπάνες χτύπαγαν λυπητερά. Ο πρώτος που βρήκε, είχε μια χελώνα κρεμασμένη στον λαιμό του.
Λέει ο εισπράχτορας, γιατί έχεις τη χελώνα; Μόνο με αυτό, λέει, μπορείς να ζήσεις. Έπεσε θανατικό. Ε, περπατώντας, βλέπει καμία δεκαριά, όλοι με μια χελώνα κρεμασμένη. Αν δεν κρεμάσεις χελώνα, δεν γλιτώνεις, λένε. Να βάλουμε, λέει, στον καπετάνιο θα βάλουμε δυο και στον εισπράχτορα μια. Κρέμασαν τις χελώνες και φύγανε. Που λεφτά να πάρουνε; Θέλανε να φύγουν να γλιτώσουν.
Όλα για την επιδότηση
Σε μια άλλη ιστορία από τα ντάλικα, οι χωριανοί παρότρυναν έναν συγχωριανό τους να διεκδικήσει και εκείνος επιδότηση για το μοσχάρι του — και ας μην είχε στην πραγματικότητα ζώο:
Επιδοτούνταν τότε αν είχες μοσχάρια, όπως και τώρα τα επιδοτούν. Έρχεται τότε ο κτηνίατρος, πέρναγε από χωριό σε χωριό, και έκανε καταγραφή. Πόσα κιλά, γιατί πάει με το κιλό. Είχαν δύο-τρεις άλλοι γελάδια, αυτός δεν είχε τίποτα. Δούλευε για πενήντα δραχμές την ημέρα, όλη μέρα. Λέει να μην πάρω και εγώ δύο χιλιάδες… Γιατί τόσο ήταν.
Του λέει ο πρόεδρος, ενώ ήξερε ότι δεν είχε ζώο, του λέει εσύ δεν θα βάλεις το μοσχάρι; Να το δηλώσω, λέει εκείνος, αλλά είναι μακριά. Που είναι; Θα πρέπει να πάμε να το δει ο κτηνίατρος.
Στέλνει τη γυναίκα του στο σπίτι που μένανε παλιά, πάνω στο βουνό. Της λέει πάρε αυτό το τσουκάλι και τράβα μέσα στο σπίτι, με τα παράθυρα και τα παντζούρια κλεισμένα (η πόρτα κλείδωνε), και να βογκάς και να χτυπάς το τσουκάλι, όταν έρθω απόξω να μουγκρίζεις.
Σηκώνονται, πάνε εκεί με τον κτηνίατρο, λέει ο άλλος πωπω τι έπαθα. Ξέχασα τα κλειδιά κάτω στο χωριό.
Αρχίζει από μέσα: μμμμμμ, μμμμμμμ. Τακα τακα τακα.
Έλα μωρέ, λέει ο κτηνίατρος, πόσα κιλά είναι στο περίπου; Μμμμμμ. Παπα παπα παπα παπα. Ε, δεν θα είναι εκατό κιλά; Εκατό κιλά θα είναι, λέει και ο κτηνίατρος, γιατί το γνωρίζω από τη μουγκρισιά που κάνει. Να το βάλουμε εκατό. Μμμμμμμ.
«Σε είδα, βοϊδάκι μου»
Τι να πιστέψει ο παπάς της επόμενης ιστορίας; Τα μάτια του ή τα αυτιά του;
Ο παπάς αυτός, δεν θυμάμαι τώρα, από τα Βραγκιανά ήταν; Στην Τατάρνα τότε είχε ζωοπανήγυρη. Πήγε ο παπάς να αγοράσει ένα βόιδι, κάναν χωράφια με τα βόδια τότε, δεν είχε άλογα. Συνεννοήθηκαν εδώ, και στον πρώτο που συνάντησε ο παπάς, του λέει να ζήσει το αλογάκι, παπά. Παραπάνω συναντάει άλλον, να ζήσει το αλογάκι. Παραπάνω άλλον. Να ζήσει το αλογάκι, να ζήσει το αλογάκι.
Όταν πέρασε από το χωριό, να πήρα άλογο, λέει, και πηγαίνω με τα πόδια; Δεν μπαίνω καβάλα;
Με το που μπαίνει καβάλα, τον έριξε το ζώο. Αλλού ο παπάς, αλλού τα ράσα! Και, λέει, σε είδα, βοϊδάκι μου, αλλά αυτοί είναι όλοι διαόλοι.
Η φιλοξενία στα Τοπόλιανα
Οι Τοπολιανίτες ήταν φιλόξενοι. Δεν θα άφηναν κάποιον, που περνούσε από τον τόπο τους, δίχως ένα μέρος να κοιμηθεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα άφηναν και ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να σκαρώσουν μια από τις πλάκες τους.
Καθόταν κάποιος ξένος στο καφενείο και του λένε πού θα κοιμηθείς απόψε; Ε, εδώ, λέει. Δεν θες να πας στο σπίτι να κοιμηθείς; Ναι, να πάω. Λέει ο ντόπιος σε έναν μικρό, θα τον πας όχι στο δικό μου σπίτι, του λέει ένα άλλο σπίτι.
Τον παίρνει ο μικρός και τον πηγαίνει στο σπίτι ενός τρίτου. Έτυχε εκείνη την ώρα να μην είναι η γυναίκα εκεί, η νοικοκυρά. Κάποια στιγμή έρχεται αυτή, μπαίνει μέσα, τον βλέπει, λέει ο επισκέπτης να σου ζήσει το παιδάκι, έχεις πολύ καλό παιδί.
Ποιο παιδί, αφού παιδί αυτή δεν είχε. Ποιο παιδί, λέει. Το παιδί σου, δεν με έφερε εδώ; Η άλλη κατάλαβε. Άι κάτσε να κοιμηθείς, λέει εκείνη, και εδώ δεν σε έφερε το δικό μου το παιδί. Άλλο παιδί σε έφερε.
«Όπως κάναμε ψες»
Στο σπίτι ενός παππού από τα Τοπόλιανα ήρθε ένας συγγενής από τη Γρανίτσα, κεφαλοχώρι της περιοχής (και πατρίδα του λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου). Το βράδυ θα κοιμόταν στο σπίτι του παππού, αλλά εκείνος ήθελε πρώτα να κάνει πλάκα — και η γυναίκα του σιγοντάρισε αμέσως.
Και λέει, αφού πήγαν στο σπίτι, σήκω γρια να κάνουμε όπως κάναμε ψες. Τι θα κάνουμε ρε, ρωτούσε ο επισκέπτης. Έβαλε πονηρά με το μυαλό του. Εδώ που ήρθες τώρα… απαντούσε ο οικοδεσπότης.
Λέει στη γυναίκα του, κλείδωσε την πόρτα να μη φύγει. Πάει και η γρια στην πόρτα και κλειδώνει, γιατί το έπιαναν αμέσως το αστείο όλοι, να πούμε. Με το που κλειδώνει, πηδάει από το παράθυρο ο επισκέπτης, τρέχει σε έναν άλλο και χτυπάει την πόρτα.
Τι έγινε, του λένε. Τι να γίνει, πήγα να κοιμηθώ εκεί, και ήθελαν να κάνουμε όπως έκαναν χθες. Εγώ δεν ήθελα. Και κλείδωσαν την πόρτα και πήδηξα από το παράθυρο όξω. Γιατί ρε, του λέει και ο δεύτερος οικοδεσπότης, και εδώ όπως έκανες χθες δεν θα κάνεις; Δεν θα κοιμηθείς απόψε;
Εάν έφτανε στο χωριό κάποιος, και φερόταν με ασέβεια απέναντι στους ιδίους, δε, ήταν μέσα από τις ίδιες πλάκες που τον έβαζαν στη θέση του.
Όλοι τότε πέρναγαν με τα πόδια. Νύχτωνε, πού θα κοιμηθείς; Δεν υπήρχε… Στα σπίτια. Άμα δεν ήθελαν και κανέναν να τον πάρουν στο σπίτι τους, σηκωνότανε πάνω και δήθεν τσακωνόντουσαν ποιος θα τον πάρει: εγώ θα τον πάρω, όχι εγώ θα τον πάρω. Τελικά δεν τον έπαιρνε κανένας.
Το αστείο υπέρτατη αξία
Οι Τοπολιανίτες δεν απέφευγαν ακόμα και πλάκες που μπορεί να είχαν ως συνέπεια την απώλεια εισοδήματος. Χαρακτηριστική η ακόλουθη ιστορία, που ακούστηκε μεταξύ των υπολοίπων στο καφενείο του Φώτη:
Πέρναγε κάθε χρόνο ο δερματέμπορας. Τα δέρματα από κουνάβι είχαν τιμή τότε, αν σκότωνες ένα έπαιρνες ενάμιση χιλιάρικο. Τα μάζευαν οι κυνηγοί και τα πουλούσαν. Τα έβαζαν για γούνα όπως βάζουν τις αρκούδες τώρα.
Ήταν στο χωριό ένας γέροντας. Είχε καλαμπούρι ο γέροντας, αλλά είχε και η γρια… Έρχεται στο μαγαζί ο δερματέμπορας, κανά δέρμα μπάρμπα εσύ δεν έχεις; Έχω ένα αλλά δεν σ’ κάνει. Το’ χω τρυπήσει με τα σκάγια. Θέλω να το δω, λέει ο έμπορας, μπορεί να μου κάνει. Δεν σ’ κάνει, λέει ο γέροντας… Θέλω να το δω.
Στο σπίτι είναι η γριά, πήγαινε, θα στο δείξει.
Τότε τα σπίτια μπροστά στην πόρτα είχαν ένα μπαλκονάκι, ξέρεις. Μικρό. Πάει από κάτω ο δερματέμπορας, ω θειά, ω θειά! Τι θες παιδάκι μου του, λέει. Με έστειλε ο γέροντας να μου δείξεις το δέρμα. Η γριά έκανε καλαμπούρι. Δεν σ’ κάνει, παιδάκι μου.
Που ξέρεις ότι δεν κάνει, θέλω να το δω. Αν το δείξεις, λέει, μπορεί να μου κάνει. Όπως καθόταν πάνω στο μπαλκόνι αυτή, από κάτω αυτός, τραβάει πάνω το φουστάνι και ούτε βρακιά φόραγαν τότε, τίποτα. Νά, του λέει, αυτό είναι! Έφυγε ο δερματέμπορας, δεν ξανάρθε στο χωριό. Δεν ξανάρθε.
Στο καφενείο και πάλι
Κάτσαμε ένα ολόκληρο βράδυ στο καφενείο, ακούγοντας παλαιές ιστορίες.
Το επόμενο πρωί επιστρέψαμε ξανά, ελπίζοντας να ακούσουμε κάποιες εξ αυτών και από τον γηραιότερο άνδρα του χωριού, που θα περνούσε για τον καφέ του. Αλλά δεν επιστρέψαμε μόνο εμείς.
Επέστρεψαν και αρκετοί από τους άνδρες του προηγούμενου βραδιού — ήρθαν να ακούσουν τα ντάλικα, ακόμα και εκείνα που διηγήθηκαν οι ίδιοι, από κάποιον που τα ήξερε καλύτερα.
Ο άνδρας είχε μια περήφανη φυσιογνωμία. Ευθυτενής, μια γκλίτσα για στήριγμα, ένα πρόσωπο στο οποίο χαράσσονταν δεκαετίες ζωής. Δίσταζε να ξεκινήσει τα ντάλικα — δεν τα θυμόταν καλά, είπε.
Με το που έπιασε την πρώτη ιστορία, όμως, μπορούσες να παρατηρήσεις δύο πράγματα:
- τα μάτια των άλλων ανδρών, που έλαμπαν, όσο οι ίδιοι έσερναν τις καρέκλες τους πιο κοντά για να ακούν καλύτερα,
- και πώς κάθε ιστορία που ολοκληρωνόταν, με γέλια, έδινε καύσιμο για να περάσει στην επόμενη.
Έλεγε ιστορίες για ώρα και οι άνδρες ξεκαρδίζονταν. Αλλά, περαστικοί από το χωριό και εμείς, δεν γινόταν να τους αποχαιρετήσουμε χωρίς να δοκιμάσουν και τα δικά μας αντανακλαστικά.
«Μόνο αυτό είναι αλήθεια»
Ο άνδρας έπιασε μια ιστορία, λοιπόν, για τότε που ο ίδιος ήταν παιδί και στα χωράφια τριγύρω υπήρχαν όρνια. Είπε πως είχε κρυφτεί κάτω από την βλάστηση, και όταν κάποια πτηνά πλησίασαν το κουφάρι ενός αλόγου, κατάφερε να γραπώσει ένα από τα πόδια.
Κράτα το! Κράτα το!, του φώναζαν τα άλλα παιδιά.
Την στιγμή που το όρνιο πέταξε ψηλά, εκείνος πιάστηκε γερά από τα πόδια του. Με τις φωνές των άλλων παιδιών να ακούγονται στον αέρα, καθώς απομακρυνόταν: Κράτα το! Κράτα το!
Έφτασαν είκοσι, τριάντα, πενήντα μέτρα ύψος. Κάθε που τα χέρια του κουράζονταν, και ένιωθε πως θα πέσει, είπε, πατούσε στα κεφάλια των άλλων όρνιων, που πετούσαν σμήνος γύρω τους. Ώσπου έφτασαν σε έναν λόφο αρκετά έξω από το χωριό.
Ήταν τέτοια η πειστικότητα της αφήγησης που, όταν ο άνδρας σηκώθηκε από το τραπέζι, δεν ήταν δυνατόν να διακρίνει κανείς τον μύθο από την πραγματικότητα.
Ξεχάσαμε τις πλάκες που ακούγαμε επί σχεδόν δύο μέρες. Και πιστέψαμε πως, πράγματι, όπως στα παραμύθια, ένα παιδί είχε καταφέρει να πετάξει μακριά γαντζωμένο από τα πόδια ενός πουλιού.
Ο άνδρας, όρθιος, ήπιε ένα τελευταίο κρύο ποτήρι νερό. Φόρεσε το παλτό του, έπιασε την γκλίτσα στο δεξί του χέρι, και στάθηκε έτοιμος να αποχωρήσει.
Στράφηκε προς την πλευρά μας μια τελευταία φορά: «Όλα όσα είπα έως τώρα, όλα, είναι ψέματα. Μόνο αυτή η ιστορία είναι αλήθεια».

«Τώρα κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον»
Τα Τοπόλιανα σήμερα δεν θυμίζουν τις εποχές που λειτουργούσε ο μύλος, το χωριό έσφυζε από ζωή, και αποτελούσε καθημερινά πέρασμα για ταξιδιώτες, εμπόρους, και εργάτες.
Τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο στην γειτονική Βαλαώρα. Όταν μεγαλώσουν, πολλά αναζητούν το μέλλον τους στο Καρπενήσι, το Αγρίνιο, ή κάποιο άλλο αστικό κέντρο.
Οι μεγαλύτεροι χάνονται — μαζί και η μνήμη. Οι άνδρες στο καφενείο μας είπαν πως ελάχιστα από τα ντάλικα μπορούν να ανακαλέσουν. Ο γηραιότερος άνδρας του χωριού είπε πως και εκείνος, σε σχέση με τους προηγούμενους, ελάχιστα θυμάται.
Στα γειτονικά χωριά σχολιάζουν πως στα Τοπόλιανα παραμένουν δεμένοι. Η αίσθηση της κοινότητας, που για δεκαετίες διαπλάστηκε και μέσα από τα ντάλικα, εκφράζεται με τους κατοίκους π.χ. να συμφωνούν από κοινού από που θα αγοράσουν πετρέλαιο ή που θα πουλήσουν το αρνί τους για να πετύχουν καλύτερες τιμές.
Δεν χάνουν επίσης τη διάθεσή τους για χιούμορ.
Λίγο πριν αποχαιρετήσουμε τα Τοπόλιανα, ένας άνδρας στάθηκε στην πόρτα του καφενείου. «Συγγνώμη», ρώτησε τον Φώτη, «έχετε τεστ για τον κορονοϊό;». «Όχι», απάντησε εκείνος.
«Πιάσε μου ένα κόκκινο κρασί τότε», είπε και γέλασαν όλοι.
«Αυτό παθαίνουμε», σχολίασε κάποιος. «Τώρα κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον, αφού δεν βρίσκουμε ξένο».
Member discussion